19 εβδομάδες και κάτι ψιλά.

19 εβδομάδες και κάτι ψιλά.


Για την ιδανική ατμόσφαιρα, σου συνιστώ να πατήσεις εδώ.


Ματίνα : Καλησπέρα! Κερνάς καφέ;
Ανθή : Έλα πέρασε… Άμα βρω το μπρίκι!
Ματίνα : Καλά τι έγινε εδώ; Μάχη είχατε;
Ανθή : Αναλόγως πως το βλέπει κανείς. Δεν λένε ότι στον έρωτα και στον πόλεμο όλα επιτρέπονται;
Ματίνα : Να υποθέσω εσείς σκοτωθήκατε;
Ανθή : Σύμφωνα με εμένα, αν κρίνω από το πιάσιμο στον αυχένα, ναι.
Ματίνα : Και σύμφωνα με τον Πάνο;
Ανθή : Σύμφωνα με τον Πάνο κάναμε έρωτα!
Ματίνα : Και όλα αυτά στο πάτωμα;
Ανθή : Αυτά αγάπη μου ήταν τα πυρομαχικά…
Ματίνα : Δεν το λες κακό…
Ανθή : Απλώς το θέατρο του παραλόγου το λες.
Ματίνα : Κάτσε να ανάψω ένα τσιγάρο, να πιω μια τζούρα καφέ, και ξεκίνα… Με λεπτομέρειες παρακαλώ!
Ανθή : Μα φυσικά, γιατί στην περίπτωση μας, η λεπτομέρεια είναι εκείνη που κάνει τη διαφορά! Το συζητάς;
Ματίνα : Καταρχήν, πως προέκυψε όλο αυτό;
Ανθή : Γιατί νομίζεις εγώ ξέρω; Χθες παιδί μου, γύρισε σπίτι και αποφάσισε να το παίξει Μίκι Ρουρκ ο άλλος…
Ματίνα : Δηλαδή;
Ανθή : Δηλαδή, εκεί που εγώ κάθομαι ωραία και καλά στον καναπέ μου, τον βλέπω με τσάντες στα χέρια, και λέω, “επιτέλους θυμήθηκε τη λίστα”. Κι ας είχαν περάσει τρεις μέρες, εγώ χάρηκα, σου μιλάω ειλικρινά!
Ματίνα : Και τελικά;
Ανθή : Ανοίγω τις τσάντες και τι να δω;
Ματίνα : Τίποτα περίεργα εσώρουχα;
Ανθή : Όχι, ομολογώ αυτό θα ήταν χειρότερο…
Ματίνα : Τι είχε τέλος πάντων;
Ανθή : Και τι δεν είχε! Κουβαλούσε μέλια, φρούτα, σοκολάτες, σαντυγιές… Αφού είχα αρχίσει να πιστεύω πως αποφάσισε ο αχαΐρευτος να μου φτιάξει γλυκό!
Ματίνα : Τελικά του έφτιαξες εσύ;
Ανθή : Θυμάσαι που νωρίτερα σου ανέφερα τον Μίκι Ρουρκ;
Ματίνα : Α ναι σωστά… ε τι;
Ανθή : Ε βάλε λίγο και το μυαλό σου να δουλέψει, όλα έτοιμα τα θες! Ο Πάνος παιδί μου, ξαναβρήκε το χαμένο πάθος του για το σινεμά… αλλά αυτή τη φορά, αλλάξανε κάπως τα πράγματα!
Ματίνα : Μη μου πεις…
Ανθή : Θα σου πω. Πάθος του πια δεν είναι να βλέπει, αλλά να πρωταγωνιστεί σε αυτό!
Ματίνα : Κοίτα ο Πάνος που δεν του φαινότανε. Άσε με να μαντέψω… μήπως είναι καλύτερα να σε φωνάζω Κιμ;
Ανθή : Από το επιστροφή στο μέλλον, αλλά ναι!
Ματίνα : Γιατί μωρέ;
Ανθή : Γιατί αυτά τα πράγματα αγάπη μου δεν τα κάνουν στα γεράματα…
Ματίνα : Τόσο άσχημα πήγε;
Ανθή : Από πού θέλεις να ξεκινήσω; Από εκεί που πάτησε τα κεράσια…;
Ματίνα : Εντάξει, ατυχήματα συμβαίνουν.
Ανθή : Αυτό είναι το μόνο σίγουρο…
Ματίνα : Είχατε και άλλα θερμά επεισόδια να υποθέσω;
Ανθή : Να το υποθέσεις… Άλλωστε το βλέπεις κιόλας. Τα μαλλιά μου!
Ματίνα : Τι έπαθαν;
Ανθή : Ακόμα κολλάνε από το μέλι.
Ματίνα : Ουπς… έλα μωρέ κι εσύ τώρα. Δε λένε ότι θρέφει και τις ανταύγειες;
Ανθή : Έτσι λένε; Τότε περίμενε, έχει περισσέψει λίγο!
Ματίνα : Κάτσε να δούμε τα αποτελέσματα πρώτα!
Ανθή : Το τραβάει το μέλι ο οργανισμός σου βλέπω…
Ματίνα : Έλα μη γκρινιάζεις! Πες μου τώρα αυτό που με καίει, στο στριπτιζ φτάσατε;
Ανθή : Μετά κόπων και βασάνων, αλλά ναι. Φτάσαμε!
Ματίνα : Λεπτομέρειες δεν ακούω…
Ανθή : Σωστά! Ξεχάστηκα, με συγχωρείς. Ότι και να σου πω, θα ναι λίγο, μεταξύ μας, ένα νέο αστέρι γεννιέται!
Ματίνα : Τόσο καλή ήσουν δηλαδή;
Ανθή : Το συζητάς; Αφού να φανταστείς, στο Χόλυγουν πήραν απόφαση να γυρίσουν το Νο2.
Ματίνα : Εξυπνάδες, κάθομαι και σε ακούω κιόλας! Στον Πάνο, άρεσε παιδί μου;
Ανθή : Νομίζεις θα τον ρωτήσω κιόλας; Ας τολμήσει να σκεφτεί ότι δεν του άρεσε και το επόμενο remake θα το αναλάβω εγώ!
Ματίνα : Δηλαδή;
Ανθή : Θα ξαναγυρίσουμε τη Λάμψη και για κακή του τύχη, όχι του Φώσκολου!
Ματίνα : Οπότε για καλό όλων, ας το πάρουμε ως αυτονόητο. Του άρεσε!
Ανθή : Τώρα μιλάς σωστά!
Ματίνα : Τουλάχιστον, παρ’ όλα τα ατυχήματα, βλέπω σου πέρασε ο βήχας. Αλήθεια, ποιο σιρόπι πήρατε να το έχω στα υπόψιν;
Ανθή : Το “αν συνεχίσεις, θα φύγεις απ’ το παράθυρο”. Ευχαρίστως να σου δώσω, περίσσεψε ΚΑΙ αυτό!
Ματίνα : Λέω να το αποφύγω… ΚΑΙ αυτό!
Ανθή : Και δεν έχεις ιδέα τι καλά που κάνεις!
Ματίνα : Πάντως, αν θέλεις τη γνώμη μου, θα έπρεπε να χαίρεσαι που μετά από τόσα χρόνια σε βάζει στην ίδια κατηγορία με την Κιμ Μπάσιτζερ.
Ανθή : Αν με είχε βάλει απλά στην ίδια κατηγορία αγάπη μου, ποιος σου είπε δεν θα χαιρόμουν; Το πρόβλημα είναι ότι με έβαλε και στον ίδιο ρόλο.
Ματίνα : Σε αυτό έχεις ένα δίκιο. Αλλά και πάλι, είναι μια ανακούφιση.
Ανθή : Σοβαρά τώρα;
Ματίνα : Φυσικά. Τι να πω κι εγώ που εμένα ο Κώστας με βλέπει όπως ο Μιχαλόπουλος τη Παγράτη στο “Βασικά καλησπέρα σας”;
Ανθή : Ευχαριστώ; Τουλάχιστον δεν μαζεύεις φλούδες από το πάτωμα!
Ματίνα : Ας μου τα κάνει εμένα αυτά και μέχρι και πυρηνικά απόβλητα μαζεύω για χάρη του!
Ανθή : Τότε κάτσε να του δώσω τη συνταγή της επιτυχίας!
Ματίνα : Δωσ’ τη του, τι περιμένεις; Όχι θα κάτσω να γίνω σαν κι εσένα, τραβάτε με κι ας κλαίω!
Ανθή : Τώρα ποια είναι η υπερβολική;
Ματίνα : Ας τα αυτά τώρα. Να σου πω…
Ανθή : Τι;
Ματίνα : Λες να έχει γίνει τόσο σινεφίλ και σήμερα να σου έρθει με χειροπέδες και μαστίγια;
Ανθή : Ας έρθει…
Ματίνα : Όταν λέω εγώ τραβάτε με κι ας κλαίω…
Ανθή : Μη βιάζεσαι, δεν τελείωσα…
Ματίνα : Ωχ…
Ανθή : Ακριβώς. Στη περίπτωση αυτή λοιπόν, σήμερα για ένα πράγμα να ‘σαι σίγουρη… Ο ρόλος του Mr Grey μου ανήκει..
Ματίνα : Και ξανά ωχ!
Ανθή : Τι ωχ; Τουλάχιστον να βγάλω και το άχτι μου που εκείνος είναι έξω κι εμένα με έχει όλη μέρα και καθαρίζω!
Ματίνα : Άσε τον άνθρωπο να εκφραστεί. Εσύ σε λίγο είσαι ικανή να του σβήνεις τσιγάρα στο κούτελο…
Ανθή : Αν συνεχίσει έτσι, το σκέφτομαι!
Ματίνα : Αμάν, με τίποτα δεν είσαι ευχαριστημένη ρε κορίτσι μου!
Ανθή : Όχι εντάξει. Πρέπει να παραδεχτώ ότι βγήκε και κάτι καλό από όλο αυτό.
Ματίνα : Αυτό είναι το πνεύμα! Για πες…
Ανθή : Τουλάχιστον έμαθα ότι έχω αλλεργία στον ανανά!
Ματίνα : Δεν είναι τώρα αυτό θετική εξέλιξη;
Ανθή : Αν πάω στη Βραζιλία, θα μου φανεί σίγουρα χρήσιμο!
Ματίνα : Με αυτά και με αυτά, μου ήρθε μια λιγούρα…
Ανθή : Να σου φέρω κάτι;
Ματίνα : Άσε, μη σηκώνεσαι, πάω εγώ.
Αχ, μια σοκολάτα, δε σε πειράζει….
Ανθή : Μη την αγγίζεις! Είναι από χθες…


Ο παρόν διάλογος είναι μια προσπάθεια να αναπτύξω το ταλέντο μου στον θεατρικό διάλογο, η έμπνευση πάντα μοιρασμένη με το έτερον μου ήμισυ.


 

mr. & mrs. tomary.

Advertisements

De profundis.

1

Το γέλιο της έσπασε τη σιωπή. Εκείνος, στεκόταν δίπλα της σχεδόν με κομμένη την ανάσα και την παρατηρούσε. Είχαν περάσει τρεις ολόκληρες μέρες κι εκείνη μόλις κατάφερε να αντικρίσει για πρώτη φορά τον καρπό του έρωτα τους.

Το πρόσωπο της θύμιζε τις πρώτες πρωινές ηλιαχτίδες. Προετοιμαζόταν γι’ αυτή τη στιγμή μήνες ολόκληρους, όμως τίποτα μέσα σε αυτούς δεν μαρτυρούσε το μεγαλείο της. Το γέλιο της πλημμύρισε το δωμάτιο σαν δροσερό ρυάκι που χανόταν στα βάθη του ωκεανού. Τα μάγουλα της γέμισαν δάκρυα και ασυναίσθητα άγγιξε την κοιλιά της. Τίποτα και κανένας δεν την είχε προετοιμάσει γι’ αυτή τη στιγμή. Για καιρό, προσπαθούσε να συντονίσει τη δική της με μιαν άλλη καρδιά, τη δική του. Τώρα, απλώς έψαχνε τρόπο να ξαναβρεί τον ρυθμό της.

Φοβόταν το άγνωστο. Πάντα, το πρώτο που έκανε ήταν να βρίσκει τρόπο να προετοιμάζεται για εκείνα που θα ‘ρθουν και τώρα όλα έμοιαζαν δύσκολα. Κρατούσε στα χέρια της έναν άνθρωπο που όμως έμοιαζε τόσο εύθραυστος, τόσο μικρός και ανυπεράσπιστος. Εκείνη, ένιωθε τόσο κουρασμένη και ταλαιπωρημένη που έπιασε τον εαυτό της να αναρωτιέται αν τελικά θα τα καταφέρει. Αν μπορεί. Αν αντέχει να τον προσέχει όσο όλον αυτό το καιρό που ήταν αχώριστοι.

Κοίταξε γύρω της και συνειδητοποίησε πως το δωμάτιο ήταν γεμάτο ανυπεράσπιστους μικρούς ανθρώπους, τους παρατηρούσε και αγχώθηκε όταν κατάλαβε ότι δεν μπορεί να ξεχωρίσει εύκολα το δικό της παιδί. Η σκέψη της αποτυχίας κατέκλυσε το κορμί της αφού η ιδέα ότι δεν θα γινόταν τελικά σωστή μητέρα δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το μυαλό της. Τα πόδια της πονούσαν και με το βλέμμα έψαξε να ξεκουραστεί. Βρήκε μια θέση και αποφάσισε να απολαύσει αυτές τις λίγες στιγμές που την άφηναν μαζί του.

Φορούσε μια μπλε ρόμπα που δυσκόλευε τις κινήσεις της. Το κεφαλάκι του ακουμπούσε με υπομονή στα άχαρα χέρια της. Εκείνη φοβόταν μήπως δεν ένιωθε άνετα, εκείνος όμως έμοιαζε να το απολαμβάνει. Χανόταν στην αγκαλιά της χωρίς στιγμή να θελήσει να φύγει. Το κορμί του ήταν μελανό, γεμάτο ζάρες, στα μάτια της έμοιαζε πονεμένο. Το κρατούσε τρυφερά και του χαμογελούσε όταν μπροστά της στάθηκε μια μαία. Της πρότεινε να το ταΐσει και της έδειξε τον τρόπο. Είχε αποφασίσει πως δεν θέλει να το θηλάσει. Η ιδέα έμοιαζε ξένη και μακρινή στα μάτια της. Άλλωστε και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού το μόνο που δεν κατάφερε να αποχωριστεί όσο και αν ήθελε ήταν ο εθισμός της στο τσιγάρο, τώρα, της φαινόταν άχρηστο να συνεχίσει να μολύνει το κορμί του με αυτό.

Στο μυαλό της γύρισαν τα λόγια όλων εκείνων που στάθηκαν αντίθετοι, σχεδόν να την κατακρίνουν. Λες και όλοι τελικά ήξεραν το καλύτερο πέρα από αυτή. Για το πώς θα γεννήσει, για το πώς θα το φροντίσει, για το πώς θα το μεγαλώσει. Όλοι γνώριζαν έναν καλύτερο τρόπο εκτός από εκείνη. Δεν την ένοιαζε τόσο πραγματικά τι έλεγαν, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε γι’ αυτό. Εκείνο που την ένοιαζε περισσότερο ήταν γιατί τα έλεγαν, γιατί τελικά έπρεπε όλοι να συμβαδίσουν με μια εικόνα που δεν θα χαλάει τα κουτάκια, που δεν θα είναι αντίθετη σε εκείνα που κατά κανόνα πρέπει να γίνονται. Ήξερε πως αυτή ήταν μόνο η αρχή βέβαια αφού αργότερα θα ακολουθούσαν σκληρότερες μάχες που δεν θα αφορούν το πώς θα διαχειριστεί το ίδιο της το κορμί.

Όμως βαθιά μέσα της ένιωθε δυνατή. Ήξερε ότι μπορεί να τα καταφέρει αφού πλάι της πάντα βρίσκονταν ο άνθρωπος της αλλά και οι δικοί της. Οι υπόλοιποι απλώς αποτελούσαν μια βαβούρα που κάποτε είναι καταδικασμένη να σταματήσει. Το μόνο που την ένοιαζε πραγματικά ήταν να ξαναδεί αυτό εδώ το ανθρωπάκι, να αισθανθεί τη καρδιά του για να μπορέσει και η δική της να βρει δικό της ρυθμό. Τον κρατούσε από το λαιμό, στεκόταν καθισμένος στο πόδι της και της φαινόταν σχεδόν αστείο. Ήταν η πρώτη φορά που τον τάιζε, και σίγουρα ο τρόπος που φανταζόταν, δεν ήταν αυτός.

Όσο τον κοιτούσε, της φάνηκε σαν να χαμογελά. Χαμογέλασε κι εκείνη και ας γνώριζε πως ήταν αδύνατον. Κοίταξε πάλι γύρω της και σιγουρεύτηκε. Το δικό της ανθρωπάκι ήταν ξεχωριστό. Έλαμπε, ήταν σίγουρη πως έλαμπε. Η παλάμη του αγκάλιασε το δάχτυλο της. Το χάιδεψε τρυφερά, ήταν λες και το σώμα της γέμισε ξανά ζωή. Ο πόνος και η κούραση εξαφανίστηκαν με μιας, λες και δεν είχαν θέση ποτέ στο σώμα της. Σκέφτηκε τους μήνες που πέρασαν και ένιωσε ευγνώμων που τελικά άνηκαν στο παρελθόν.

Τελικά αυτός είσαι, σκέφτηκε. Τώρα πια, ο καθένας είχε πάρει τη θέση του. Αν και ποτέ δεν θα κατάφερνε να συμφιλιωθεί με το βάρος της ιδέας ότι δημιούργησε μια καινούρια ζωή, μέσα της ήξερε πως είχε όλα τα εφόδια να την φυλάξει όπως όφειλε. Καταλάβαινε πως η δύναμη και το κουράγιο θα υπάρξουν στιγμές που θα εξασθενούν, όμως μέσα της διέθετε πίστη. Στον εαυτό της, στους ανθρώπους, στο ανθρωπάκι που κρατούσε για πρώτη φορά στην αγκαλιά της. Έχουμε πολλά να μάθουμε του ψιθύρισε και το γέλιο της πλημμύρισε ξανά το δωμάτιο.

Σαν το σκύλο με τη γάτα.

collage

Δημοσθένης : Το αποφάσισα. Θα πάρω γάτα!

Κώστας : Πας καλά; Τι να την κάνεις τη γάτα;

Δημοσθένης :Τι εννοείς ρε φίλε; Στο σπίτι, γκρινιάζει και η Μαρία συνέχεια ότι μένει μόνη της, η καλύτερη λύση!

Κώστας : Απορώ πως σου ήρθε! Θα σου πω εγώ ποια είναι η καλύτερη λύση.

Δημοσθένης : Για πες…

Κώστας : Να πάρεις σκύλο!

Δημοσθένης : Να τον κάνω τι τον σκύλο ; Να μου φέρνει τις παντόφλες;

 

DSC00033

Κώστας : Σιγά μη σου στρώνει και το κρεβάτι!

Δημοσθένης : Τότε δε βρίσκω το λόγο.

Κώστας : Δες το και πρακτικά. Σε παρατάει η Μαρία, σου μένει ο σκύλος.

Δημοσθένης : Σωστά, είναι και οι καλύτεροι φίλοι του ανθρώπου τρομάρα τους!

20140707_203628
Κώστας : Το γελάς; Γυρνάς σπίτι και τρέχουν να σε καλωσορίσουν. Οι γάτες τι κάνουν;

Δημοσθένης : Τι;

Κώστας : Κάθονται αραχτές και ούτε που γυρνάνε το κεφάλι ρε φίλε!

Δημοσθένης : Από το να έχω τον σκύλο λες και βγήκε απ’ το Δαφνί και δεν με έχει ξαναδεί, το προτιμώ!

IMG_20140221_134524Κώστας : Σκέψου, γυρνάς σπίτι και θες παρηγοριά, πας να χαϊδέψεις τη γάτα και σου αρπάζει το χέρι λες και είσαι το παιχνίδι της. Και το άλλο, που το πας;

Δημοσθένης : Ποιο πάλι;

Κώστας : Μετά θες μια βδομάδα να συνέλθεις από τις γρατζουνιές. Ενώ ο σκύλος, βράχος δίπλα σου!

Δημοσθένης : Το πρόβλημα είναι μη γυρίσω και θέλω την ησυχία μου. Τότε τι κάνεις; Άσε θα σου πω εγώ.. τον πετάς απ’ το παράθυρο!

Κώστας : Λέγε ότι θες. Ο σκύλος τουλάχιστον θα εκτιμήσει ότι κάνεις, δεν συγκρίνεται!
20141109_123014

Δημοσθένης : Σιγά μη μου πει και ευχαριστώ!

Κώστας : Κάνε εικόνα. Βάζεις στο σκύλο να φάει και ξερογλείφεται λες και ο Σκαρμούτσος μπροστά σου είναι το παιδί για το ταμείο. Η γάτα από την άλλη…

Δημοσθένης : Η γάτα τι;

Κώστας : Κάνει λες και είναι κριτικός γεύσης. Δεν το θέλω αυτό. Πως μυρίζει. Α εγώ θα τσιμπήσω δεν θα φάω! Το μόνο που σε κάνει να θες είναι να της φέρεις το πιάτο καπέλο!

Δημοσθένης : Τουλάχιστον δεν θα χρειάζεται να με βγάζει κάθε τρεις και λίγο έξω. «Αφεντικό! Κατούρημα», «Μάγκα! Το χοντρό», «Φίλε! Θέλω να μυρίσω μαργαρίτες!». Άσε μας μωρέ…

Κώστας : Ίσα, ίσα θα παίρνεις και τον αέρα σου.

Δημοσθένης : Ε τότε πάρε εσύ σκύλο, τον χρειάζεσαι κιόλας μου φαίνεται!

Κώστας : Α εγώ δεν μπορώ.

Δημοσθένης : Γιατί; Αφού είναι αξιολάτρευτοι.

Κώστας : Δεν έχω χρόνο. Άσε που η κυρά Λένα θα μας διώξει αγκαζέ μόλις τον δει.

Δημοσθένης : Εσύ δεν παίζεσαι με τίποτα!


Ένας διάλογος εμπνευσμένος από τα 2 αυτά υπέροχα πλάσματα!
Σας παρουσιάζω τους δυο από τους τέσσερις άντρες της ζωής μου!

collage1

Κύριες και κύριοι, ο Tommy και ο Miky!
Και αν ο έρωτας της ζωής σου τελικά δεν είναι μόνο ένας;


 

Εσάς, ποιος κερδίζει τη μάχη;!
mr. & mrs. tommary

Que sera sera.

df5b269982cf20a1474741b7db25c85f

Νικολεπρού,

Ναι, ναι ξέρω έτσι σε φωνάζει ο αδερφός σου και σε κάνει να φουντώνεις τόσο που το πρόσωπο σου γίνεται κατακόκκινο. Ακόμα δηλαδή όταν θυμώνεις γίνεσαι κατακόκκινη, αυτό δεν το ξεφορτώθηκες ούτε είκοσι χρόνια μετά, αλλά το παρατσούκλι που σου έχει δώσει θα σου φαίνεται αστείο γι ‘αυτό μη σκας και τόσο.

Ξέρω πως σου φαίνεται περίεργο που σου γράφω, μου γράφω. Ότι κάνω τέλος πάντων. Μην ανησυχείς, δεν έπαθε κανένας τίποτα, αλλά να έχεις στο μυαλουδάκι σου πως θα έρθουν στιγμές που θα φοβηθείς πραγματικά, μην αγχώνεσαι όμως γιατί στο τέλος όλα θα πάνε καλά.

Εντάξει, μπορώ να καταλάβω πως η έγνοια σου δεν είναι να διαβάσεις τι έχω να σου πω αλλά να πας να παίξεις στη στροφή. Και καλά κάνεις βέβαια γιατί σε είκοσι χρόνια από τώρα δεν θα βλέπεις κανένα παιδί όχι μόνο στη στροφή, μα στους δρόμους γενικότερα. Οι περισσότεροι συνομήλικοι σου παίζουν στο σπίτι, και όχι όπως φαντάζεσαι, εξερευνούν τα tablet των γονιών τους. Δεν καταλαβαίνεις αλλά θα τα μάθεις αργότερα. Εσύ κοίτα να παίξεις όσο πιο πολύ μπορείς και άκου τη μαμά, μη ντρέπεσαι, δεν σου χρειάζεται.

Ξέρω πόσο αγαπάς τις κούκλες και τις ιστορίες που φτιάχνεις με αυτές. Μη φρικάρεις, μα σε λιγότερο από είκοσι χρόνια θα είσαι κατά κάποιο τρόπο πρωταγωνίστρια σε αυτές. Θα κάνεις τη δική σου οικογένεια, το δικό σου παιδί και πίστεψε με δεν θα είναι όλα τόσο εύκολα. Αυτά τα παιδιά δεν βάζουν κώλο κάτω.

Να ξέρεις όταν τελειώσεις το σχολείο θα περάσεις βδομάδες ολόκληρες να σπας το κεφάλι σου ποια σχολή να διαλέξεις. Έχω να σου πω πως θα τα κάνεις μαντάρα. Όχι γιατί δεν θα είσαι αρκετά καλή, μα γιατί τίποτα δεν θα είναι αυτό που πραγματικά έχεις ανάγκη. Αν θες τη γνώμη μου το πρόβλημα προκύπτει από τις αρχές του λυκείου όταν θα σου πουν να διαλέξεις κατεύθυνση. Και αν θες τη συμβουλή μου, βάλε το συναίσθημα στην άκρη και διάλεξε θεωρητική.

Η Εύη τι κάνει; Τώρα αυτό δεν ξέρω πώς να στο πω, μπορεί και να το έχεις ψυλλιαστεί βέβαια με όλο αυτό το κρύο – ζέστη, μια κάνει παρέα μαζί σου, μια με την Ηλιάνα. Ε δεν είναι αυτό που νομίζεις. Θα περάσεις όμορφα μαζί της και ίσως παρασυρθείς, αλλά κράτα καμία πισινή μήπως τελικά έχεις καλύτερη τύχη από εμένα. Λέω εγώ τώρα…

Και κοίτα να μην σκας επειδή η γιαγιά λέει ότι δεν σε θέλει και ζητάει μόνο το Θανάση, θα ακούσεις και πολύ χειρότερα αργότερα. Δεν είναι κακιά, απλά δεν σε ξέρει. Δείξει κι εσύ λίγη κατανόηση γιατί δεν θα είναι πάντα μαζί μας, και τότε θα σου λείψει περισσότερο από όλους και ας μη το ξέρει.

Είμαι σίγουρη πως άμα δεις πως έχει γίνει το σπίτι θα το λα-τρέψεις. Δεν θα μένουμε πάντα σε αυτό, θα φτιάξουμε καινούριο, αλλά αργότερα η μαμά και ο μπαμπάς θα σου το δώσουν για να επιστρέψουν στο ίδιο. Το δικό σου θα είναι πιο μεγάλο και όμορφο, μα καθημερινά θα τρέχεις να εξερευνάς τους ίδιους χώρους με την ίδια αγάπη και ας είναι όλα διαφορετικά.

Θέλω να σου πω και κάτι που ξέρω πως θα σε κάνει να χοροπηδάς από χαρά. Το κοκοράκι που σου φτιάχνει η μαμά και εκείνες τις αφέλειες; Θα τα ξεφορτωθείς! Όμως σε παρακαλώ, όταν μακρύνουν τα μαλλιά σου μη λες σε όλους με περηφάνια να θαυμάσουν τις μακριές σου αφέλειες γιατί θα σε περάσουν για χαζή! Και κάτι ακόμα. Όταν θα σου μπει η ιδέα να βάψεις τα υπέροχα ξανθά μαλλιά σου, να χαρείς μη κάνεις το ίδιο λάθος με εμένα. Παλέτα κατάντησα μέχρι να επιστρέψω στο ας πούμε δικό μου. Γιατί να παιδευόμαστε δηλαδή;

Θα έρθουν τόσα που δεν ξέρω αν θα σου κάνουν περισσότερο καλό ή κακό, όμως αν σε παρηγορεί να έχεις κάπου στην άκρη του μυαλού σου πως θα έρθει εκείνη η μέρα που θα χαμογελάς χωρίς ιδιαίτερο λόγο και πάλι. Γιατί μπορεί ο κόσμος που θα αντικρίσεις να μην είναι αυτός που ονειρεύτηκες, αλλά θα είναι δικός σου. Να χαίρεσαι, να γελάς, να μη φοβάσαι. Είσαι δυνατή και θα το καταλάβεις σύντομα.

Να μας αγαπάς λίγο περισσότερο..

σε χαιρετώ!

Οδηγός μετανάστευσης.

dream-job-just-ahead

Τέρμα, δε πάει άλλο η κατάσταση εδώ.
Πάω στη μια δουλειά, θέλουν προϋπηρεσία.
Πάω στην άλλη θέλουν ψηλή-ξανθιά με μεγάλα βυζιά.
Πάω και σε Τρίτη μη με περάσουν για ιδιότροπη και έχουν βρει ήδη άλλον.
Ε τι να κάνω; Να κάτσω να σκάσω;
Όχι, όχι το αποφάσισα.
Θα ακολουθήσω το δρόμο τόσων και τόσων λαμπρών μυαλών της χώρας μας. Είμαι ένα από αυτά άλλωστε.
Γιατί να το κρύβουμε;

Σιγά μη κάτσω στη ψωροκώσταινα που ακόμα όλοι είναι κολλημένοι στο 1500πχ και η αγαπημένη τους ατάκα είναι «όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες εσείς ζούσατε σε δέντρα» ή το ακόμα πιο περήφανο, «όταν εσείς τρώγατε βελανίδια εμείς είχαμε χοληστερίνη». Να κάτσω και να γίνω ένας από αυτούς;

Θα πάω Ιταλία. Ρομαντισμός, μεσόγειος, γεμάτη αρχαία να μη νοσταλγήσω και τη πατρίδα… να μην απομακρύνομαι και πολύ γιατί κάπως και αυτή η δόλια ελληνίδα μάνα πρέπει να στέλνει τα ταπεράκια της. Αλλά κάτσε ρε, αυτοί με τόσα που χρωστάνε δεν μπορεί να τους σώσει ούτε ο Σώρρας!

Γερμανία θα πάω, η δυνατότερη οικονομία της Ευρώπης σου λέει, κάπου θα με βολέψει. Αλλά πες και πάω. Θα μου δώσουν το πρόγραμμα της ημέρας και τι κάνω μετά;
7.00 τουαλέτα
7.30 πρωινό
8.00 δουλειά
11.00 τουαλέτα
11.15 δουλειά
14.00 τουαλέτα
14.15 μεσημεριανό
15.00-21.00 δουλειά, χωρίς διάλλειμα για τουαλέτα
9.00-10.00 μαστίγωμα και αν δεν είσαι καλό παιδί βραστά αυγά στις μασχάλες.
Με αυτά και με αυτά, ας κάνουμε ένα διάλλειμα για τουαλέτα. Που είχαμε μείνει;
Γερμανία, σωστά. Ε άστο να πάει στο διάολο. Άλλαξα γνώμη.

Αγγλία θα πάω. Αλλά άμα πάω θέλω 4 βαλίτσες αδιάβροχα και δυο μισθούς σε ταξί για να κυκλοφορήσω, για να μην σκοτώσω τους ανίδεους που οδηγούν στη λάθος πλευρά του δρόμου. Άσε , σηκώνομαι όρθιος, βάζω το χέρι στην καρδιά, God save the queen, και από δω παν κι άλλοι.

Το σκέφτομαι για Ισπανία. Παραλίες, λιακάδα, παρτάρισμα στην Ίμπιζα… Άσε που θα φτιάξω και φυσική κατάσταση τρέχοντας μη με πιάσουν οι ταύροι. Κι εκεί που τρέχω ανέμελη συνειδητοποιώ το εξής. Οι τύποι είναι βάρβαροι, βασανίζουν και σκοτώνουν ζώα για εθνικό σπορ. Άσε που τελικά αυτή η χώρα έχει περισσότερες αμφιβολίες και από εμένα. Δυο κυβερνήσεις, η μιάμιση κυβερνάει και η μισή στη φυλακή, δυο κοινοβούλια, δυο πρωθυπουργοί, κι εγώ στη μέση να αναρωτιέμαι τι διαβατήριο να βγάλω. Ισπανικό ή Καταλανικό;

Αλλά εγώ το ξανασκέφτηκα και λέω να κυνηγήσω το Αμερικάνικο όνειρο. Τόσες ταινίες έχω δει άλλωστε που το καταφέρνουν, παιχνιδάκι! Αλλά και πάλι ρε παιδιά, δεν είναι ότι εμένα όλο κάτι μου βρωμάει, θυμάμαι όμως και τον θείο που άνοιξε εστιατόριο στην Αμερική, έλα, αυτόν που έχουμε σε κάθε οικογένεια;
Έτσι μπράβο, μου έλεγε για τότε που ενώ περπατούσε αμέριμνος πάτησε σκατά και λέει τη κλασική ατάκα «Οh shit» και τα αμερικανάκια άρχισαν ένα-ένα να κάθονται στη μέση του δρόμου. Βέβαια αυτό δεν είναι το χειρότερο που έχω ακούσει για δαύτους, εδώ ψηφίσαν Τramp.

Μήπως τελικά να φύγω για Κίνα; Νέα παγκόσμια υπερδύναμη. Αλλά τα βάζω κάτω και δεν μου βγαίνουν. Αυτοί μοιάζουν με μυρμήγκια. Ναι-ναι αυτά τα λιλιπούτια πλασματάκια που δουλεύουν ασταμάτητα, δεν πληρώνονται και είναι έτοιμα να φάνε ότι πετάει, περπατάει, κολυμπάει ή σέρνεται. Τώρα κάντε εικόνα εμένα να τρώω τη τοπική σπεσιαλιτέ από ψητό φίδι, με σος από πόδι κατσαρίδας, με γαρνιτούρα τραγανιστών σκορπιών, συνοδευόμενο από σαλάτα αχνιστής κάμπιας με δενδρολίβανο. Είναι ποτέ δυνατόν; Άσε που εκεί δεν θα μπορώ να έχω σανίδα σωτηρίας τα ταπεράκια της μαμάς. Σιγά μη πάω, ας φάνε ο ένας τον άλλον να ανοίξει και λίγο ο τόπος μπας και μάθουν και ποτέ να τρώνε!

Ξέρετε κάτι; Σουηδία είναι η λύση!
Γυναίκες θες; Ψηλές, ξανθές με μπλε μάτια.
Άντρες; Ψηλοί, γυμνασμένοι με πράσινα μάτια.
Κρατικός φορέας που φυσάει.
Άσε που άμα είσαι και ρομαντική ψυχή, το μέρος προσφέρεται και για βαρκάδα. Βέβαια με τα ποσοστά αυτοκτονιών καλό είναι να έχω και κατά νου μήπως ο χάρος κρατάει το κουπί. Και μετά τρέχα να με πιάσεις!

Ρε παιδιά, τώρα σοβαρά.. Μήπως έχω εγώ το πρόβλημα; Μήπως να κάτσω εδώ να ανοίξω ένα σουβλατζίδικο, να τυλίγω το γύρο στα πτυχία, να πιάσουνε και τόπο;! Δεν είναι κακό…


 

Το παρόν κείμενο αποτελεί μια προσπάθεια που κάναμε αμφότεροι για stand up κατά τη διάρκεια της μαθητείας της κυρίας σε δημιουργική σχολή.

 


 

Θα επιστρέψουμε με ακόμη χειρότερα!
mr. & mrs. tomary

 

Εγώ χωρίς εγώ.

Εγώ χωρίς εγώ

Δεν ξέρω τι συνέβη και πως βρέθηκα εδώ. Δεν μπορώ να θυμηθώ, όλα μοιάζουν τόσο θολά. Λες και κάποιος θέλησε να με αποπροσανατολίσει. Το δωμάτιο είναι σκοτεινό με απόκοσμο φωτισμό, φαίνεται σα να το σκηνοθέτησαν για να μην έχεις εικόνα του τι υπάρχει ξεκάθαρα γύρω σου. Ένα μακρόσυρτο βουητό απλώνεται στο δωμάτιο χωρίς να μπορώ να ξεχωρίσω αν προέρχεται από κάπου. Η καρδιά μου χωρίς να το καταλάβω ανεβάζει τους παλμούς της. Ψάχνω δειλά το χώρο μα τίποτα δεν προδίδει από πού ήρθα, το μόνο που βρίσκω είναι μια πόρτα. Σιδερένια. Μοιάζει πελώρια και επιβλητική. Στην όψη της το βήμα μου τρεμοπαίζει. Θέλω να προχωρήσω μα τα πόδια μου έχουν κολλήσει στο πάτωμα. Αναρωτιέμαι τι συμβαίνει και αυτόματα η περιέργεια μου μετατρέπεται σε φόβο. Προσπαθώ να αφουγκραστώ κάποιον ήχο μα τίποτα, μονάχα εκείνο το βουητό. Ο φόβος μου μεγαλώνει και το σώμα μου μικραίνει. Χωρίς να το καταλάβω βρίσκομαι κουλουριασμένη στο έδαφος κι εκεί ανακαλύπτω μια σπίθα φωτός. Το μόνο που αντικρίζω είναι η χαραμάδα της πόρτας αλλά πριν προλάβω να πάρω το βλέμμα μου καταλαβαίνω πως κάποιες στιγμές το φως φεύγει. Σαν κάποιος να περιμένει πίσω της. Ένιωθα κάθε ψήγμα αισιοδοξίας μου να σβήνει όταν μου πέρασε από το μυαλό. Βρίσκεται εκεί και με περιμένει, αναρωτιέται πότε θα κάνω το λάθος για να εμφανιστεί. Πότε θα είμαι έτοιμη για να πάρει τη θέση μου και να κομματιάσει όσα έχτισα σε μια στιγμή. Το μόνο που ήθελα ήταν να ξεφύγω, να προλάβω πριν χρειαστεί να μαζεύω τα κομμάτια μου. Όσο και αν λέει ότι με νοιάζεται με τρομάζει ο τρόπος και η αποφασιστικότητα που γκρεμίζει τα πάντα γύρω. Σα να μην αξίζω να κάνω ένα λάθος, κανένα στραβοπάτημα. Το βήμα κάτω από την πόρτα μοιάζει τώρα να επιταχύνεται, λες και έχει καταλάβει τις σκέψεις μου και ανυπομονεί. Η ανάσα μου γίνεται γρήγορη, το άγχος μου με κυριεύει όλο και περισσότερο. Πρέπει να υπάρχει έξοδος, από κάπου ήρθα, πρέπει απλά να βρω από πού. Σηκώνομαι και ψηλαφίζω τους τοίχους όμως όσο περνάει η ώρα όλο και πιο ξεκάθαρο φαίνεται να είναι, μέχρι που φτάνω πάλι στην αρχή. Αντιμέτωπη με αυτό που με τρομάζει περισσότερο, τον ύψιστο, τον πιο μεγάλο φόβο. Μοιάζει αδύνατο μα πρέπει να βρω το θάρρος. Αν είναι όνειρο πρέπει να ξυπνήσω, μα αν δεν είναι κάτι πρέπει να σκεφτώ. Δάκρυα πλημμυρίζουν τα μάτια μου παρακαλώντας βουβά να μην πονέσω ακόμη μια φορά. Αν μείνω εδώ θα χάσω τα λογικά μου και αν ανοίξω την πόρτα φοβάμαι πως δεν θα καταφέρω να διατηρήσω την αυτοκυριαρχία μου. Μια ζωή θυμάμαι να κάνω όνειρα, σχέδια, πράγματα που ίσως με πάνε ένα βήμα παρακάτω, και πάντα ήταν εκεί να περιμένει τη στιγμή που θα κάνω το λάθος για να μου θυμίσει πως δεν επιτρέπεται. Να με κάνει να αισθάνομαι πως δεν έχω άλλο κουράγιο να προσπαθήσω. Πρέπει κάτι να κάνω, να με καταλάβει. Να δείξω πόσο πονάω όταν εμφανίζεται. Να πάψω να φοβάμαι. Να φοβάμαι τον ίδιο μου τον εαυτό. Οφείλω να προσπαθήσω. Πρέπει να καταλάβει, να με αγαπήσει όπως είμαι. Το πήρα απόφαση.

Θα ανοίξω.